Τέσσερις σκέψεις για τη ζωή στις πόλεις – Με αφορμή ένα δημοσιογραφικό ταξίδι στο Στρασβούργο

Image

Εκνευριστική ησυχία στις 8 το βράδυ

Οι γειτονιές λίγο έξω από το κέντρο του Στρασβούργου γύρω στις 8 το βράδυ είναι εκνευριστικά ήσυχες για τα μέτρα ενός ανήσυχου Μεσόγειου. Τα φώτα στα παράθυρα δείχνουν ότι υπάρχει ζωή στον πλανήτη Κεντρική Ευρώπη, μόνο που είναι κλεισμένη πίσω από τις κουρτίνες και τα παραθυρόφυλλα. Άλλωστε έξω ψιλοχιονίζει, κάνει κρύο. Για ποιο λόγο να κινείσαι στους δρόμους… όταν δεν υπάρχει λόγος;
Αντίθετα, το πρωί η κίνηση είναι συνεχής, όλοι έχουν να πάνε κάπου. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένα θέμα με το εύτακτο της ζωής. Πόση τάξη και ασφάλεια είναι αναγκαία και επιθυμητή;
Στην κλασσική συζήτηση που γίνεται πολλά χρόνια τώρα για το αν στο Νότο οι άνθρωποι ζουν καλύτερα από ό,τι στο Βορρά, οι κλισέ απαντήσεις περιστρέφονται γύρω από το δίπολο «αυθορμητισμός – ορθολογισμός». Παρ’ όλα αυτά, οι αλλαγές που επέφερε η τελευταία δεκαετία στην οικονομία της Ευρώπης, αλλάζουν τα δεδομένα της συζήτησης και αποκαλύπτουν πολύ περισσότερες ομοιότητες στον τρόπο ζωής και των δύο πλευρών, από όσες θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Για παράδειγμα, ένας πολύ μεγάλος αριθμός εργαζομένων στην προηγμένη Δυτική Ευρώπη, εργάζεται με συμβάσεις χρόνου και με μισθούς στα όρια. Μια αμοιβή 1500 ευρώ για δουλειά 9 με 5, μοιάζει πλούσια για τον Έλληνα άνεργο νέο, όμως ένα διαμέρισμα σε μία μεγάλη πόλη μπορεί να φτάνει και τα 1000 ευρώ ενοίκιο.
Η άδεια πόλη τα βράδια, μπορεί συνεπώς να υπονοεί έναν τρόπο ζωής που έχει προσαρμοστεί στα οικονομικά δεδομένα. Απλώς.
Το ίδιο και η ευρεία χρήση των ποδηλάτων από τους νέους ή του τραμ. Η χρήση του ΙΧ είναι παντού κοστοβόρα πια και μοιάζει όλο και πιο πολυτελή αν είναι να πηγαίνεις σπίτι – δουλειά – σπίτι.
Προφανώς και είναι εκνευριστικό να μην μπορείς να βρεις ένα περίπτερο να πάρεις μια εφημερίδα ή μία μπύρα στις 9 το βράδυ, αλλά θα μπορούσες να φροντίσεις κι από το πρωί.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουν οι πόλεις είναι αν μπορούν να επιβιώσουν ως δομές κοινωνικότητας, παρέχοντας μόνο λειτουργικότητα. Αρκεί δηλαδή να λειτουργούν όλα καλά στις διασταυρώσεις των πεζών, των δρόμων, του τραμ και του ποδηλατόδρομου ή πρέπει να δούμε κι άλλες «εφαρμογές ζωής» στην πόλη;

Image

Δημοκρατία είναι κατ’ αρχήν η σύνδεση

Το κτίριο του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, αποτελεί ένα υπόδειγμα εργοστασίου πολιτικής υπό δημοκρατικό έλεγχο.
Η πολιτική ως σύστημα και μηχανισμός είναι εκ γενετής υπόθεση των ειδικών. Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος μπορεί να ασχολείται κάθε μέρα, όλες τις ώρες με την παραγωγή πολιτικών σχεδίων;
Ακόμα και στην υπόθεση της άμεσης δημοκρατίας- για την οποία κρατάμε μία αμυδρή μνήμη από την αρχαία Αθήνα ή κάποια σπαράγματα της ιστορίας όπως η Κομμούνα του Παρισιού- το μείζον δεν είναι να μιλήσει ο λαός, αλλά το πώς θα μιλήσει, διά ποιου, με ποια μέσα. Αν ο σύγχρονος πολιτισμός μας μπορεί να περηφανευτεί για μία κατάκτηση στο πεδίο της πολιτικής, δεν είναι παρά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
Στο Στρασβούργο, το «ημικύκλιο», η αίθουσα του κοινοβουλίου, παραμένει ένα διαρκές ζητούμενο. Βρίσκεται κάπου στο κέντρο, αλλά όλα συμβαίνουν γύρω από αυτήν. Η προετοιμασία, το διάβασμα, οι συζητήσεις, όλα προηγούνται (και έπονται). Την κρίσιμη ώρα βέβαια όλα θα κριθούν στο πεδίο της μάχης, σε μία ψηφοφορία, ίσως και σε μια ομιλία. Για να φτάσεις ως εκεί όμως πρέπει να περάσεις από μία μακρά φάση προετοιμασίας. Κι από πολλούς διαδρόμους, κυριολεκτικά.
Σε κάθε μικρό ή μεγάλο διάδρομο του κτιρίου, σε κάθε ασανσέρ και σκάλα, η σήμανση παίζει καθοριστικό ρόλο. Δημοκρατία είναι οι μικρές ταμπέλες που σου επιτρέπουν να γνωρίζεις πού ακριβώς είσαι μέσα στο κτίριο.
Και το σήμα του κοινοβουλίου που υποδεικνύει πού βρίσκεται η αίθουσα, πάντα κυρίαρχο.
Ο πολίτης, ειδικός ή μη, επαγγελματίας ή όχι, πρώτα απ’ όλα πρέπει να έχει πρόσβαση. Αυτός είναι ο ρόλος της σήμανσης, τα μικρά αρκτικόλεξα, οι αριθμοί και τα σχήματα, αυτή η άλλη γλώσσα των σημείων για να θυμηθούμε τον Ουμπέρτο Έκο, που μας επιτρέπει, εμάς τον «λαό» να είμαστε μέσα στο παιχνίδι της δημοκρατίας. Γιατί δημοκρατία είναι κατ’ αρχήν η πρόσβαση. Όσο για τον έλεγχο, πρέπει να δούμε πώς λειτουργεί ο άλλος όρος, η «αντιπροσωπευτικότητα». Την επόμενη φορά…

Image

Η πολιτική είναι σύνθεση, όχι επιβολή

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει μονίμως την υποχρέωση να υποβάλλει τον εαυτό της σε κρίση και ανανέωση. Πρέπει να απαντά στο ερώτημα, ποιος αντιπροσωπεύεται και ποιος τον αντιπροσωπεύει. Για να λειτουργήσει δηλαδή πρέπει και τα δύο άκρα της σχέσης να λειτουργούν στοιχειωδώς αρμονικά.
Η μακρά περίοδος πελατειακών σχέσεων στην Ελλάδα, η οποία ακόμα δεν έχει τελευτήσει φυσικά, έχει αποκρύψει από το οπτικό πεδίο των Ελλήνων τη δυνατότητα μιας άλλης αντιπροσώπευσης. Οι περισσότεροι δεν μπορούμε να δούμε καμιά άλλη μορφή δημοκρατίας πέραν αυτής της «διά των ενεργειών» του βουλευτή μας. Κι εμείς ακόμα όταν χρειάζεται να λύσουμε ένα πρόβλημα, μια «άκρη» θα αναζητήσουμε κατά πρώτον.
Από την άλλη πλευρά, οι βουλευτές, οι δήμαρχοι, οι πολιτικοί γενικά, δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτα άλλο, πέρα από το πώς θα ικανοποιήσουν τα αιτήματα που συσσωρεύονται. Αν δεν το κάνουν, δεν θα εκλεγούν ξανά κι αυτό είναι που τους τρελαίνει.
Το βράδυ της Τετάρτης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έβλεπα τους βουλευτές των Πρασίνων να προσέρχονται για τη συνεδρίαση της ομάδας τους. Μπορείς ακόμα να διακρίνεις ότι είναι μία εναλλακτική ομάδα, από τον τρόπο που κινούνται, από το ντύσιμο και την αισθητική, ακόμα κι από τα βλέμματα. Δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, είναι απλώς διαφορετικοί.
Είναι ολοφάνερο πια ότι στην πολιτική χρειαζόμαστε τη συνάντηση διαφορετικών πλευρών. Οι εποχές της μονοκρατορίας, τελειώνουν κι αυτό είναι καλό.
Το ίδιο το αναλογικό εκλογικό σύστημα στις ευρωεκλογές, ωθεί τις πολιτικές ομάδες, σε συνεργασία, αλλιώς δεν θα υπάρχει καμία παραγωγή πολιτικής.
Ίσως και στην Ελλάδα να χρειάζεται να πιάσουμε την πολιτική αλφαβήτα από την αρχή. Α, η πολιτική είναι σύνθεση απόψεων και συνεργασία για το αποτέλεσμα. Ας δούμε τι κάνουμε με το «α» και πάμε μετά στα υπόλοιπα.

Image

Η εργασία ορίζει και τον κόσμο γύρω της

Για να κλείσουμε τις εμπειρίες από το τριήμερο στο Στρασβούργο, ας υποσημειώσουμε ότι η Ελλάδα και οι ελληνικές πόλεις δεν θα μπορέσουν να φτάσουν ούτε την επόμενη δεκαετία, τον μέσο όρο ζωής των πόλεων της προηγμένης Ευρώπης. Έχουν χάσει όλα τα τρένα που πέρασαν- και γι’ αυτό άλλωστε για να χαριτολογήσουμε δεν έχουμε καν τρένο σε αυτή τη χώρα.
Ο ευρωπαίος πολίτης, έχει πολλές έγνοιες πια με την κρίση, για να ασχολείται με περιττά πράγματα, όπως για παράδειγμα το να εντυπωσιάσει με το νέο του αυτοκίνητο, τους συναδέλφους του. Αυτό που τον νοιάζει είναι να πάει γρήγορα και με ασφάλεια στη δουλειά του, γι’ αυτό και τελικά επιβάλλει τη λειτουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου τραμ.
Το τραμ φυσικά το χρειάζεται και ο μέσος εργαζόμενος της Αθήνας, αλλά το ελληνικό κράτος ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την εργασία, άρα και για τις ανάγκες των εργαζομένων. Ενδιαφέρθηκε όμως για τη διατήρηση κομματικών και πελατειακών στρατών, εξ ου και τα διάφορα επιδόματα στους υπαλλήλους. Οι οποίοι υπάλληλοι με τη σειρά τους, επειδή ήξεραν ότι για άλλους λόγους πλην της εργασίας βρέθηκαν στα γραφεία τους, δεν ασχολούνταν παρά πώς θα λουφάρουν και τι θα καταναλώσουν μετά τη δουλειά. Και βέβαια πήγαιναν με το αυτοκίνητο στη δουλειά.
Φυσικά οι φτωχοί εργαζόμενοι που δεν είχαν άλλες λύσεις, έμεναν στο κενό σε μία πόλη που δεν λειτουργεί γι’ αυτούς. Οι δε κανονικοί υπάλληλοι, οι φιλότιμοι, οι πειθαρχημένοι βίωναν τη διπλή απογοήτευση και να δουλεύουν για ένα κράτος που δεν εκτιμούσε τη δουλειά τους και οι συνθήκες ζωής τους να μην βελτιώνονται. Αυτά συνέβαιναν και συμβαίνουν ακόμα χειρότερα τώρα με την κρίση.
Ρώτησα ένα από τα σημαντικά στελέχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες που τυγχάνει και Έλληνας, για ποιο λόγο οι Έλληνες υπάλληλοι της ΕΕ αλλά και οι άλλοι συνάδελφοί τους, είναι τόσο επαγγελματίες και τόσο πρόθυμοι στην εργασία τους. Μου απάντησε το απλό: γιατί δεν φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους ή θα υπονομευτούν από κάποιο κόμμα ή από κάποια άλλη μη συμβατή με την εργασία τους πηγή. Γιατί η εργασία τους προκύπτει μέσα από την εργασία, λέω εγώ.
Αν συνεπώς ο εργαζόμενος κάνει τη δουλειά του κι όλα κινούνται σε ένα επίπεδο επαγγελματισμού τα άλλα έρχονται μόνα τους. Η παραγωγικότητα, οι αμοιβές, αλλά και ο κόσμος γύρω, από την μικροοικονομία μέχρι τις συγκοινωνίες.
Ναι, υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εκτός της εργασίας (αλήθεια πoια;). Αλλά καλό είναι να ορίσουμε πρώτα τα βασικά μεταξύ μας και θα δούμε ότι το σύστημα δουλεύει. Κι αυτό θα πάρει πολλές δεκαετίες ακόμα…

Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Ελευθερία των Ιωαννίνων 13 με 16 Μαρτίου 2013

Advertisements
Posted in ΑΡΘΡΑ

Σημασία έχει η κίνηση (μία σκέψη στο μετρό της Αθήνας)

Η διαδρομή με το μετρό από το αεροδρόμιο των Αθηνών μέχρι την πλατεία Βικτωρίας, είναι ενδεικτική για τη διαστρωμάτωση της πόλης. Η σύνθεση του πληθυσμού αλλάζει συνέχεια, ξεκινώντας από καλοντυμένους ανθρώπους στα προάστια και φτάνοντας σε φτωχότερα ντυμένους, και μετανάστες. 

Image

Η εικόνα ειδυλλιακή. Νερά που τρέχουν, φορτωμένες μανταρινιές, νεραντζιές. Στην αρχή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, μέσα σε ένα γκρίζο τοπίο, σε μια περιοχή που υποβαθμίζεται ραγδαία. Δείγμα όμως ότι θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς…

Τα ρούχα δεν αποδεικνύουν τίποτα επί της ουσίας, ούτε η ιθαγένεια των επιβατών. Και η εικόνα του ανθρώπου, δεν ανταποκρίνεται κατ’ ανάγκη και στην ψυχή του, στο είναι του.

Αυτό που βλέπεις περισσότερο στην Αθήνα και ως ένα βαθμό και στη Θεσσαλονίκη, είναι τα όρια. Παλιά υπήρχαν επίσης όρια. Οι δυτικές συνοικίες στην Αθήνα έγιναν ως και τραγούδια, η δυτική Θεσσαλονίκη είχε ένα δικό της, εργατικό άρωμα. Τότε τα λέγαμε πιο εύκολα αυτά τα όρια, ταξικά. Και σήμερα ταξικά είναι, αλλά δεν είμαστε και εντελώς σίγουροι για το ποιους περιλαμβάνουμε μέσα σε αυτά. 

Τεχνολογία σαν αυτή του μετρό, του τραμ ή των σύγχρονων λεωφορείων, διεμβολίζει την καρδιά των πόλεων και διαπερνά τα όρια. Η κίνηση, η μετακίνηση, η επαφή, η διεπαφή, ο τρόπος να εισβάλλεις στη ζωή του άλλου και να αφήνεσαι να δεχτείς την εισβολή του άλλου, είναι ο τρόπος να ζεις σε μία σύγχρονη πόλη.

Το πιο εύκολο είναι να αποδεχτείς τη διαφορετικότητα και να εντυπώσεις σύνορα. Αυτό όμως δεν συνιστά πόλη, δεν συνιστά κοινότητα. Κι εν τέλει δεν συνιστά και πατρίδα. Γιατί η πατρίδα δεν μπορεί να είναι ξέχωρη από τον τόπο. Και τόπος μοιρασμένος, τόπος αποκομμένος, τόπος με γραμμές και τομές, είναι ένας μη τόπος. 

Η κατακερματισμένη πόλη, είναι η απουσία της πατρίδας.
Γι’ αυτό και όλες αυτές οι εκδοχές του πολιτικού διαχωρισμού που εμφανίζονται με την υποστήριξη στην ακροδεξιά, είναι καταδικασμένες στην αποτυχία. Κανείς δεν μπορεί να ζει σε έναν μη τόπο. Τουλάχιστον όμως, μέχρι να γίνει αυτό κατανοητό κι από τον έσχατο, να μην καταστρέψει, να μη διαλύσει, να μην σκοτώσει αυτή η ακροδεξιά.

Παρά το εμφανές πια πρόβλημα της ασυνεννοησίας, παρά την αδυναμία συνεργασιών, συνεργειών και ανταλλαγών, οι άνθρωποι δεν έχουν παραιτηθεί ακόμα. Ο ταξιτζής στο αεροδρόμιο που προσπαθεί να πάρει καμιά κούρσα εκτός σειράς, σχολιάζει φωναχτά, ότι δεν έχει μείνει φράγκο για ταξί στον κόσμο. Έστω και με οδυνηρό τρόπο, καταλαβαίνει κι ο ίδιος μια αλήθεια που μέχρι πρότινος δεν ήταν αυτονόητη: Όλα έχουν μια αλληλουχία, όλα συνδέονται μεταξύ τους.

Τα κορίτσια στο βαγόνι ακούν μουσική από τα ακουστικά των κινητών τους και κινούνται στα όρια που οι ίδιες έχουν ορίσει μεταξύ τους. Όταν θα αντιληφθούν όμως τα μάτια των αγοριών πάνω τους, δεν θα αδιαφορήσουν. Θα γελάσουν λίγο, θα ανταλλάξουν μερικά λόγια μεταξύ τους, όμως θα στραφούν προς τα αγόρια. Κι αν η στάση η επόμενη, δεν αφήνει πολλά περιθώρια- όλοι κάπου έχουν κάπου να πάνε- η ετερότητα έχει εισβάλει στο βαγόνι. Είμαστε αυτοί που είμαστε, αλλά θέλουμε να επικοινωνήσουμε και με τον άλλο. Κι αν δεν μπορέσουμε να το κάνουμε σήμερα, αυτό θα γίνει μια άλλη φορά. Σημασία έχει η κίνηση πέρα από τα στεγανά…

Από τις Αποχρώσεις της Ελευθερίας 11.3.13

Posted in Uncategorized

Χόμπιτ: Και με τους νάνους και με τα ξωτικά

Ένα από τα προβλήματα που έχουν οι Νάνοι, στο «Χόμπιτ», είναι ότι όταν τους επιτέθηκε ο δράκος και διέλυσε την πατρίδα τους, τα Ξωτικά δεν τους βοήθησαν.χομπιτ

Το ότι είχαν μετατρέψει την πατρίδα τους σε χρηματιστήριο χρυσού και είχαν συσσωρεύσει απίστευτο πλούτο, δεν τους ενοχλεί και συνεχίζουν στην παλιά γραμμή κάθε πατριώτη «πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι» (όχι αυτό δεν το έγραψε ο Τόλκιν). Φαντάζομαι ότι στο τρίτο επεισόδιο θα πάρουν πίσω τελικά την πατρίδα τους γιατί αλλιώς δεν θα μπορεί να ξεκινήσει ο «Άρχοντας των δαχτυλιδιών» – με την ευκαιρία, όποιος ξέρει πώς πραγματικά ξεκινάει ο «Πόλεμος των άστρων» να στείλει μήνυμα στη στήλη.

Τα Ξωτικά πάντως, για να επανέλθουμε, που είναι γενικά εξαιρετικά ωραίοι- ειδικά οι γυναίκες βασίλισσες- και τρομεροί πολεμιστές, αποδεικνύονται και πολύ ορθολογιστές. Δεν μπήκαν στη μάχη με τους Νάνους γιατί ήξεραν ότι είναι χαμένη υπόθεση. Προτίμησαν να επιβιώσουν και να βοηθήσουν όταν είναι δυνατό… Κι όπως ξέρουμε βοήθησαν πολύ.
Τον Τόλκιν τον έμαθα από έναν φίλο στην αριστερά πριν από πάνω 30 χρόνια, τον Γιάννη, που τώρα είναι γνωστός ζωγράφος στην Αθήνα. Ήμουν δηλαδή τυχερός και πέρασα έναν βίο στην αριστερά χωρίς να διαβάζω τσιτάτα και να κάνω φτηνό συνδικαλισμό του τύπου «σας τα έλεγα εγώ». Αντίθετα και Μαρξ διάβασα και Γκράμσι (από έναν φίλο που ήταν στο ΠΑΣΟΚ και τώρα είναι στη ΔΗΜΑΡ) και Πουλαντζά (που τον μισούσαν οι Κνίτες από τους οποίους οι περισσότεροι είναι πια στον ΣΥΡΙΖΑ της ανανεωτικής αριστεράς) και Αλτουσέρ και Ίβαν Ίλιτς και Γιάννη Καλαϊτζή και Μανάρα και… Τόλκιν.
Τα διαβάσματα δεν είναι ποτέ ετερόκλητα, φτάνει να ξέρεις τι ψάχνεις. Και δεν ψάχνουμε βέβαια πάντα το ίδιο πράγμα, αλλά εξελισσόμαστε και ωριμάζουμε και προσαρμοζόμαστε στην πραγματικότητα, όσο γινόμαστε σοφότεροι. Όσο πιο σοφοί γινόμαστε, τόσο καλύτερα καταλαβαίνουμε τον κόσμο- και τον ανεχόμαστε θα πρόσθετα. Περίπου δηλαδή όπως τα Ξωτικά.
Κι αυτό που με ενδιέφερε πάντα, δεν ήταν μόνο να γνωρίσω τον κόσμο- όπως κάνουν τα Χόμπιτ- αλλά να διευρύνω και το πλαίσιο της ελευθερίας μέσα στο οποίο ζω και ζουν και οι άλλοι που έχω ανάγκη, καταρχήν. Γιατί η ελευθερία, διεκδικείται, δεν παραδίδεται όπως οι κληρονομιές των βασιλιάδων.
Ο παραμυθάς ο Τόλκιν, του οποίου ομολογώ ότι διάβασα μόνο τον πρώτο τόμο και μου αρκεί, ήξερε πόσο απέραντος μπορεί να είναι ο κόσμος μας, γι’ αυτό και τον περιέγραψε με απίστευτη ομορφιά και πλούτο.
Κρατάω, αυτήν τη μεγάλη περιπέτεια, αυτό το κάλεσμα για τη διεκδίκηση της ελευθερίας και του φωτός κόντρα σε κάθε σκότος και ανελευθερία, και πορεύομαι μαζί και με τους Νάνους και τα Ξωτικά ταυτόχρονα…

Posted in ΤΑΙΝΙΕΣ

Και λίγο κρέας αλόγου παραπάνω

Αυτή η ιστορία με το κρέας αλόγου σε μπιφτέκια βοδινού έχει και την χαριτωμένη της πλευρά. Πιστοποιεί ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, αν και δεν έχει τις ανάγκες που είχαν οι προγονοί του, μπορεί να φάει τα πάντα από… γούστο. Στα πιο σοβαρά δεν ξέρουμε κι αν πρέπει να ανησυχούμε κιόλας. Το σύστημα ελέγχου που έχει στηθεί στην Ευρώπη, χτύπησε τα καμπανάκια και βρέθηκε η διαδρομή του ύποπτου κρέατος. Από την άλλη, ερευνάται λέει η παρουσία μιας καρκινογόνου ουσίας που τη δίνουν στα άλογα και μπορεί να πέρασε στο κρέας.

Να, που η πληροφόρηση μας γεμίζει με περισσότερα ερωτήματα από όσα θα είχαμε υπό άλλες περιστάσεις. Καλύτερα πάντως να ξέρουμε από το να μην ξέρουμε.
Αλλά και τι να πρωτοπρολάβουμε; Υποτίθεται ότι έχουμε αναθέσει στα κράτη τους ελέγχους των τροφίμων για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Και αναρωτιέσαι τι θα γινόταν άραγε αν ακούγαμε τις προτροπές των λιγοστών οπαδών του αναρχοκαπιταλισμού που μιλάνε τελευταία και στην Ελλάδα για εκμηδένιση του κράτους και τη δυνατότητα αυτορύθμισης των κοινωνιών.
Η αυτορύθμιση είναι ωραία έννοια. Θεωρητικά πηγάζει μέσα από τις ανάγκες αναπαραγωγής της κοινότητας. Μεταξύ μας τα λύνουμε όλα. Δεν ζούμε όμως μεταξύ μας. Αντίθετα, ανάμεσά μας χώρεσε τους τελευταίους αιώνες και μία καινοτόμος έννοια, το κέρδος.
Το εμπορικό κέρδος από την αγορά και πώληση προϊόντων, αποτέλεσε την ατμομηχανή για να προοδεύσει η τεχνολογία κι ο κόσμος όλος, έθεσε όμως και σε νέες βάσεις τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των προσώπων, θεωρείται πια μία προνεωτερική έννοια, μία αναχρονιστική συμπεριφορά που παραπέμπει σε λέξεις όπως η παλιά «μπέσα». Αν στηριζόμασταν ακόμα στην μπέσα δεν θα είχε πάει ο κόσμος στο διάστημα, ούτε θα έφτιαχνε εμπορικά κέντρα με γιγαντοοθόνες.
Τώρα, μιλάνε περισσότερο για «δίκαιο» εμπόριο ή «ηθική» του μάνατζμεντ. Κάτι σαν να τηρείς τους νόμους και να περιλαμβάνεις το σεβασμό στην εργασία, μέσα στην τιμή ή και την ποιότητα του προϊόντος. Δεν είναι μία κακή επιλογή, δεν έχει γίνει όμως και αυτονόητη αρχή της αγοράς.
Κατά βάση, ακόμα ο κόσμος μας κινείται πάνω στην αρχή του μεγαλύτερου κέρδους. Και φαίνεται ότι ο νόμος, ακόμα ακολουθεί, έρχεται δεύτερος.

Posted in ΑΡΘΡΑ

Μία φωτογραφία

Σε φωτογραφία της Imageημέρας ο Guardian ανέδειξε μία εικόνα από τη δωρεάν διανομή τροφίμων στην Αθήνα, από παραγωγούς, έξω από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης την Πέμπτη. Χέρια σηκωμένα, πολλά χέρια περιμένουν να πιάσουν μια πλαστική σακούλα με μερικά πορτοκάλια. Η φωτογραφία είναι σοκαριστική, χωρίς να δείχνει τίποτα, όμως, από όλα αυτά που περιγράφονται ως «σοκ» από τα χαμηλής ποιότητας Μέσα Ενημέρωσης. Δεν είναι δηλαδή μια ιστορία οικογενειακής βίας, σεξ ή προσωπικού δράματος, από αυτές που προκαλούν τη συγκινησιακή αντανακλαστική φόρτιση του θεατή και γοητεύουν και τους ίδιους τους δημοσιογράφους της ευκολίας και της οκνηρής σκέψης.

Η βρετανική εφημερίδα, που από την πρώτη στιγμή δούλεψε με ενδιαφέρον και επιμονή στην υπόθεση της ελληνικής κρίσης, επιλέγει να αναδείξει ως θέμα τα χέρια των Ελλήνων που ζητούν μερικά τρόφιμα. Είναι η εικόνα χαρακτηριστική της Ελλάδας σήμερα; Όχι από μόνη της, είναι όμως κι αυτή μια εικόνα της. Εικόνα μιας πραγματικότητας σκληρής, που με άλλα λόγια την ονομάζουμε «φτώχια».

Υποκρισίες
Για διάφορους, κοινωνικούς λόγους κυρίως, η φτώχια στην Ελλάδα ήταν στα μεταπολιτευτικά χρόνια, μια κρυμμένη ιστορία. Ένας λόγος είναι ο διάχυτος μικροαστικός συντηρητισμός που δεν επιτρέπει την αλήθεια να βγει στο προσκήνιο και προτιμά την υποκριτική προβολή του φαίνεσθαι.
Ένας δεύτερος λόγος είναι η σύγκρουση της πραγματικότητας με την αντίληψη της εξουσίας περί «σωτηρίας» της χώρας. Η κεντρική εξουσία έσωζε πάντα, κατά τη γνώμη της, το έθνος από την πτώση και την καταστροφή. Είτε με «εθνικούς» αγώνες ενάντια στους κακόβουλους ξένους που δεν είχαν άλλη έγνοια από το να φάνε την Ελλάδα. Είτε με οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές που μετέτρεπαν τη μικρή Ελλάδα σε χώρα που «κυριαρχούσε» τον κόσμο. Είτε με «σοσιαλισμό», είτε με «συντηρητισμό», η Ελλάδα μεγαλουργούσε. Και μία χώρα «που έδωσε τη δημοκρατία στον κόσμο» ή διοργάνωσε «τους καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες που έγιναν ποτέ», πώς ήταν δυνατόν να παραδεχθεί ότι είχε φτώχια, είχε απάνθρωπες πόλεις ή διαλυμένο φυσικό περιβάλλον;

Δεν ασχολείται
Η κρίση, από τη μία διέλυσε την κοινωνική υποκρισία. Σήμερα ο άνεργος λέει ότι είναι άνεργος κι ο φτωχός φτωχός. Η μισή Ελλάδα άλλωστε σε αυτήν την κατάσταση είναι. Και διέλυσε και τους μύθους που τάιζαν οι κυβερνήσεις τους Έλληνες.
Σήμερα σου λέει «δεν έχω, δεν πληρώνω». Αυτό δεν είναι το μόνιμο μοτίβο των υπουργών; Και μαζί κολλάνε και το ψέμα ότι κάποια στιγμή θα ζούμε με όσα βγάζουμε, κάτι που καμία χώρα δεν κάνει στον κόσμο (με πρώτο παράδειγμα την υπερδανεισμένη Αμερική). Αν δεν υπάρξουν ιδιωτικές επενδύσεις, προφανώς θα ζήσουμε πολιτικό ορυμαγδό και τον λοιμό της Αθήνας σε επανάληψη. Αυτό τουλάχιστον είναι το κεντρικό θέμα σήμερα στην κυβέρνηση.
Κατά συνέπεια, όλος αυτός ο κόσμος που ψάχνει τρόφιμα και φτηνά είδη πρώτης ανάγκης, είναι μια πραγματικότητα. Και για πρώτη φορά, κατανοούμε και την αληθινή φύση της εξουσίας στη χώρα μας. Γιατί, τι λέει η κυβέρνηση; Δεν ασχολούμαι τώρα με τη φτώχια, γιατί πρέπει να μου βγουν τα νούμερα του μεσοπρόθεσμου. Αν βγουν και περισσέψει και κάτι, θα ασχοληθώ. Σαφές…

 Αποχρώσεις, εφημερίδα Ελευθερία 9.2.13

Posted in ΑΡΘΡΑ, ΒΙΒΛΙΑ, ΤΑΙΝΙΕΣ